επικυρίαρχος

-η, -ο
(ως επίθ. και ως ουσ.) (για κράτος) αυτός που ασκεί επικυριαρχία πάνω σε μια χώρα.
[ΕΤΥΜΟΛ. < επί + κυρί-αρχος (< κύριος + άρχω)].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • επικυρίαρχος — η, ο που έχει επικυριαρχία (βλ. λ.) σε άλλη χώρα υποτελή, που ασκεί επικυριαρχία …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Αιολίς — Ονομασία διαφόρων περιοχών της αρχαιότητας που κατοικήθηκαν από τους Αιολείς. 1. Το βορειοδυτικό τμήμα της Μικράς Ασίας μαζί με τα νησιά Λέσβο και Τένεδο. Στην περίοδο της ακμής της, εκτεινόταν από την Προποντίδα και τη χερσόνησο της Κυζίκου στα… …   Dictionary of Greek

  • Πελοπόννησος — I Ιστορική και γεωγραφική περιοχή της Ελλάδας, η νοτιότερη και μεγαλύτερη χερσόνησος της χώρας και η νοτιότερη της Ευρώπης. Εκτείνεται μεταξύ των παραλλήλων 38° 20’ (ακρωτήριο Δρέπανο) και 36° 23’ (ακρωτήριο Ταίναρο) και των μεσημβρινών 210° 10’… …   Dictionary of Greek

  • επικυριαρχία — η [επικυρίαρχος] το δικαίωμα κράτους να ασκεί κυριαρχία σε άλλο υποτελές, το οποίο έχει δική του κυβέρνηση αλλά περιορισμένη αυτονομία …   Dictionary of Greek

  • Αλφρέδος ο Μέγας — (Alfred the Great,849 – 899). Βασιλιάς των Αγγλοσαξόνων (871 899). Διαδέχτηκε τον αδελφό του Εθελρέδο Α’, βασιλιά του Γουέσεξ, τη στιγμή που στην Αγγλία έκαναν εισβολή οι Δανοί. Νίκησε τους Σκανδιναβούς στο Γουίλτον, τους ανάγκασε να εκκενώσουν… …   Dictionary of Greek

  • Ανδηγαυία — (Anjou). Περιοχή της βορειοδυτικής Γαλλίας, κυρίως πεδινή ή λοφώδης, που τη διαρρέουν από τα Α στα Δ ο Λίγηρας (Λουάρ) και μερικοί παραπόταμοί του, μεταξύ των οποίων και ο Μεν, που σχηματίζεται στα κατάντη του Ανζέ από τη συμβολή του Σαρτ και του …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.